ουραλοαλταϊκός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ουραλοαλταϊκός η ουραλοαλταϊκή το ουραλοαλταϊκό
      γενική του ουραλοαλταϊκού της ουραλοαλταϊκής του ουραλοαλταϊκού
    αιτιατική τον ουραλοαλταϊκό την ουραλοαλταϊκή το ουραλοαλταϊκό
     κλητική ουραλοαλταϊκέ ουραλοαλταϊκή ουραλοαλταϊκό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ουραλοαλταϊκοί οι ουραλοαλταϊκές τα ουραλοαλταϊκά
      γενική των ουραλοαλταϊκών των ουραλοαλταϊκών των ουραλοαλταϊκών
    αιτιατική τους ουραλοαλταϊκούς τις ουραλοαλταϊκές τα ουραλοαλταϊκά
     κλητική ουραλοαλταϊκοί ουραλοαλταϊκές ουραλοαλταϊκά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ουραλοαλταϊκός < Ουράλια + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + αλταϊκός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιατλαολαρυο

ουραλοαλταϊκός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τα Ουράλια και τα Αλτάια όρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. (γλωσσολογία)Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) οι ουραλικές και αλταϊκές γλώσσες ως γλωσσική οικογένεια

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιατλαολαρυο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά