ουρητηρονεφροσκόπιο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ουρητηρονεφροσκόπιο τα ουρητηρονεφροσκόπια
      γενική του ουρητηρονεφροσκόπιου
& ουρητηρονεφροσκοπίου
των ουρητηρονεφροσκόπιων
& ουρητηρονεφροσκοπίων
    αιτιατική το ουρητηρονεφροσκόπιο τα ουρητηρονεφροσκόπια
     κλητική ουρητηρονεφροσκόπιο ουρητηρονεφροσκόπια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ουρητηρονεφροσκόπιο < ουρητήρας + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + νεφρός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -σκόπιοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σκόπιο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιποκσορφενορητηρυο

ουρητηρονεφροσκόπιο θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιποκσορφενορητηρυο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σκόπιο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)