οφθαλμόλουτρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οφθαλμόλουτρο τα οφθαλμόλουτρα
      γενική του οφθαλμόλουτρου των οφθαλμόλουτρων
    αιτιατική το οφθαλμόλουτρο τα οφθαλμόλουτρα
     κλητική οφθαλμόλουτρο οφθαλμόλουτρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

οφθαλμόλουτρο < οφθαλμός + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + -λουτροΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -λουτρο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορτυολομλαθφο

οφθαλμόλουτρο ουδέτερο

  1. (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) (οικείο) το κοίταγμα ή το χάζεμα ατόμου ή εικόνων τα οποία μας προκαλούν αισθησιασμό, συνήθως όταν δεν πρόκειται για το άτομο με το οποίο έχουμε σχέση
  2. (συνεκδοχικά) το άτομο που κοιτάμε, το οποίο προκαλεί ευχάριστο ή, κυρίως, αισθησιακό αίσθημα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορτυολομλαθφο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -λουτρο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)