οχηματοχιλιόμετρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οχηματοχιλιόμετρο τα οχηματοχιλιόμετρα
      γενική του οχηματοχιλιομέτρου
& οχηματοχιλιόμετρου
των οχηματοχιλιομέτρων
    αιτιατική το οχηματοχιλιόμετρο τα οχηματοχιλιόμετρα
     κλητική οχηματοχιλιόμετρο οχηματοχιλιόμετρα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

οχηματοχιλιόμετρο < όχημα, γεν. οχήματ(ος) + χιλιόμετρο

Προφορά

ΔΦΑ : /o.çi.ma.to.çiˈʎo.me.tɾo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: οχηματοχιλιόμετρο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορτεμοιλιχοταμηχο

οχηματοχιλιόμετρο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. Γλωσσάριο για τις στατιστικές των μεταφορών (4η εκδ), Οικονομική Επιτροπή για την Ευρώπη, χ.χ., σελ. 54)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορτεμοιλιχοταμηχο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μονάδες μέτρησης (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)