πάω γαμιώντας
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατνωιμαγωαπ
πάω γαμιώντας
- (προφορικόΚατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά), χυδαίοΚατηγορία:Χυδαιολογίες (νέα ελληνικά))
- (μεταβατικό) πηγαίνω κάποιον με το ζόρι, χωρίς να θέλει
- (αμετάβατο)
Άλλες μορφές
Πηγές
- γαμιώντας - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σατνωιμαγωαπ