παιδοχειρουργική
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | παιδοχειρουργική | ||
| γενική | της | παιδοχειρουργικής | ||
| αιτιατική | την | παιδοχειρουργική | ||
| κλητική | παιδοχειρουργική | |||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- παιδοχειρουργική < παιδί + χειρουργική
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιγρυοριεχοδιαπ
παιδοχειρουργική θηλυκό
- ο κλάδος της χειρουργικής που αφορά σε χειρουργικές επεμβάσεις σε παιδιά
Συγγενικά
Μεταφράσεις
παιδοχειρουργική
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
παιδοχειρουργική
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδοχειρουργικός
Ομώνυμα / Ομόηχα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' στον ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά στον ενικό (νέα ελληνικά)