παλαιοβουλγαρική

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η παλαιοβουλγαρική
      γενική της παλαιοβουλγαρικής
    αιτιατική την παλαιοβουλγαρική
     κλητική παλαιοβουλγαρική
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παλαιοβουλγαρική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου παλαιοβουλγαρικός Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παλαιο- (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /pa.le.o.vul.ɣa.ɾiˈci/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: παλαιοβουλγαρική

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιραγλυοβοιαλαπ

παλαιοβουλγαρική θηλυκό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλώσσες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παλαιο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)