παλαιοημερολογιτισμός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- παλαιοημερολογιτισμός < παλαιοημερολογίτης + -ισμόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισμός (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσιτιγολορεμηοιαλαπ
παλαιοημερολογιτισμός αρσενικό
- (κυριολεκτικά) το να είναι κάποιος παλαιοημερολογίτης
- (μεταφορικά) αναχρονισμός, οπισθοδρόμηση, συντηρητισμός
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις παλαιοημερολογίτης, παλαιός και ημερολόγιο
Μεταφράσεις
παλαιοημερολογιτισμός
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισμός (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)