παλιομερολογίτισσα

Νέα ελληνικά (el)


 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παλιομερολογίτισσα οι παλιομερολογίτισσες
      γενική της παλιομερολογίτισσας των παλιομερολογιτισσών
    αιτιατική την παλιομερολογίτισσα τις παλιομερολογίτισσες
     κλητική παλιομερολογίτισσα παλιομερολογίτισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παλιομερολογίτισσα < παλιομερολογίτης + κατάληξη θηλυκού -ισσαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά)


ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ασσιτιγολορεμοιλαπ

παλιομερολογίτισσα θηλυκό

 δείτε τη λέξη παλιομερολογίτης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ασσιτιγολορεμοιλαπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)