παπουτσοσυκέα

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

παπουτσοσυκέα < μεσαιωνική ελληνική παπούτσα + συκέα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αεκυσοστυοπαπ

παπουτσοσυκέα ουδέτερο (κυπριακά)Κατηγορία:Κυπριακά

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κυπριακά Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φυτά (νέα ελληνικά)