παρά πρωτοδίκαις

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

παρά πρωτοδίκαις < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) παρὰ πρωτοδίκαις  δείτε τις λέξεις παρά και πρωτοδίκαις (δοτική πληθυντικού του πρωτοδίκης)

Προφορά

ΔΦΑ : /paˈɾa pɾo.toˈði.ces/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σιακιδοτωρπαραπ

παρά πρωτοδίκαις (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)

  1. (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά) χαρακτηρισμός δικηγόρου που ασκεί ένδικα μέσα σε πρωτοδικεία
  2. (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά) το δικαίωμα παράστασης δικηγόρου σε ειρηνοδικεία και πρωτοδικεία
    παράδειγμα  δικηγόρος παρά πρωτοδίκαις (πρώτος βαθμός διάκρισης - εξέλιξης των δικηγόρων)

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σιακιδοτωρπαραπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)