παραγραφή
Contents
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηφαργαραπ
παραγραφή θηλυκό
- (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά) η διαγραφή των συνεπειών ενός διαπραχθέντος αδικήματος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) […] κατά την κρατούσα άποψη των μελετητών του δικαίου της κλασικής Αθήνας, η προβολή της παραγραφής, δεν διέκοπτε την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία. Η δίκη συνεχίζονταν με ανεστραμμένη πλέον τη δικονομική θέση των διαδίκων, οπότε ο εναγόμενος έπαιρνε πλέον πρώτος στο λόγο. Αν η ένσταση γινόταν δεκτή από τους δικαστές, τότε η αναβληθείσα αρχική δίκη δεν προχωρούσε, εφόσον δεν εξετάζονταν η υπόθεση κατ' ουσίαν.
- Κασιδάκη Ευθυμία, Η ανθρωποκτονία στο δίκαιο της Αρχαίας Αθήνας, μέσα από τους λόγους του Αντιφώντα, μεταπτυχιακή εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Νομική Σχολή, Τμήμα Ιδιωτικού Δικαίου, Κομοτηνή, 2024, σελ. 25
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) […] κατά την κρατούσα άποψη των μελετητών του δικαίου της κλασικής Αθήνας, η προβολή της παραγραφής, δεν διέκοπτε την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία. Η δίκη συνεχίζονταν με ανεστραμμένη πλέον τη δικονομική θέση των διαδίκων, οπότε ο εναγόμενος έπαιρνε πλέον πρώτος στο λόγο. Αν η ένσταση γινόταν δεκτή από τους δικαστές, τότε η αναβληθείσα αρχική δίκη δεν προχωρούσε, εφόσον δεν εξετάζονταν η υπόθεση κατ' ουσίαν.
Μεταφράσεις
παραγραφή
Πηγές
- παραγραφή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παραγραφή - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | παραγραφή | αἱ | παραγραφαί |
| γενική | τῆς | παραγραφῆς | τῶν | παραγραφῶν |
| δοτική | τῇ | παραγραφῇ | ταῖς | παραγραφαῖς |
| αιτιατική | τὴν | παραγραφήν | τὰς | παραγραφᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | παραγραφή | παραγραφαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | παραγραφᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | παραγραφαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- παραγραφή < παραγράφω < παρα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παρα- (αρχαία ελληνικά) + γράφω
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#ηφαργαραπ
παραγραφή θηλυκό
- οτιδήποτε γράφεται δίπλα
- σημείωση στο περιθώριο που δηλώνει το τέλος μιας περιόδου
- παράγραφος
- σύντομη περίληψη μιας υπόθεσης
- (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (αρχαία ελληνικά) ένσταση
- (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (αρχαία ελληνικά) ένδικο μέσο αναβολής
- (ελληνιστική σημασίαΚατηγορία:Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις, νομικός όροςΚατηγορία:Νομικοί όροι (αρχαία ελληνικά)) νομική εξαίρεση
Πηγές
- παραγραφή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- παραγραφή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηφαργαραπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά
Κατηγορία:Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παρα- (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παρα- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νομικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)