παραθυρεοειδής αδένας
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σανεδασηδιεοερυθαραπ
παραθυρεοειδής αδένας αρσενικό
- (ανατομία)Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά) καθένας από τους (συνήθως τέσσερις) μικρούς αδένες που βρίσκονται κοντά στον θυρεοειδή αδένα στον λαιμό, με κύριο ρόλο την παραγωγή παραθορμόνης (parathyroid hormone ή PTH), υπεύθυνης για τον έλεγχο της συγκέντρωσης του ασβεστίου και του φωσφόρου στο αίμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
παραθυρεοειδής αδένας
Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)