παραμεσημβρινός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παραμεσημβρινός η παραμεσημβρινή το παραμεσημβρινό
      γενική του παραμεσημβρινού της παραμεσημβρινής του παραμεσημβρινού
    αιτιατική τον παραμεσημβρινό την παραμεσημβρινή το παραμεσημβρινό
     κλητική παραμεσημβρινέ παραμεσημβρινή παραμεσημβρινό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παραμεσημβρινοί οι παραμεσημβρινές τα παραμεσημβρινά
      γενική των παραμεσημβρινών των παραμεσημβρινών των παραμεσημβρινών
    αιτιατική τους παραμεσημβρινούς τις παραμεσημβρινές τα παραμεσημβρινά
     κλητική παραμεσημβρινοί παραμεσημβρινές παραμεσημβρινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παραμεσημβρινός < παρα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παρα- (νέα ελληνικά) + μεσημβρινός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονιρβμησεμαραπ

παραμεσημβρινός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονιρβμησεμαραπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παρα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά