παραμεσογειακός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παραμεσογειακός η παραμεσογειακή το παραμεσογειακό
      γενική του παραμεσογειακού της παραμεσογειακής του παραμεσογειακού
    αιτιατική τον παραμεσογειακό την παραμεσογειακή το παραμεσογειακό
     κλητική παραμεσογειακέ παραμεσογειακή παραμεσογειακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παραμεσογειακοί οι παραμεσογειακές τα παραμεσογειακά
      γενική των παραμεσογειακών των παραμεσογειακών των παραμεσογειακών
    αιτιατική τους παραμεσογειακούς τις παραμεσογειακές τα παραμεσογειακά
     κλητική παραμεσογειακοί παραμεσογειακές παραμεσογειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παραμεσογειακός < παρα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παρα- (νέα ελληνικά) + μεσογειακός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιεγοσεμαραπ

παραμεσογειακός

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γεωγραφία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα παρα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά