παραολυμπιακός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παραολυμπιακός η παραολυμπιακή το παραολυμπιακό
      γενική του παραολυμπιακού της παραολυμπιακής του παραολυμπιακού
    αιτιατική τον παραολυμπιακό την παραολυμπιακή το παραολυμπιακό
     κλητική παραολυμπιακέ παραολυμπιακή παραολυμπιακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παραολυμπιακοί οι παραολυμπιακές τα παραολυμπιακά
      γενική των παραολυμπιακών των παραολυμπιακών των παραολυμπιακών
    αιτιατική τους παραολυμπιακούς τις παραολυμπιακές τα παραολυμπιακά
     κλητική παραολυμπιακοί παραολυμπιακές παραολυμπιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παραολυμπιακός < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Paralympic < paraplegia ή parallel +‎ Olympics < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) παρά + Ὀλυμπικός < Ὄλυμπος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιπμυλοαραπ

παραολυμπιακός

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)