παρασκευαστήριον
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- παρασκευαστήριον (μαρτυρείται από το 1858) [1] < → και δείτε τη λέξη παρασκευαστήριο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:ΚαθαρεύουσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)
παρασκευαστήριον, -ου ουδέτερο
Αναφορές
- ↑ παρασκευαστήριον, σελ.779, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου