παραχωρητήριο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- παραχωρητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παραχωρητήριος
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητηρωχαραπ
παραχωρητήριο ουδέτερο
- (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά) δημόσιο έγγραφο που δηλώνει την παραχώρηση δικαιώματος (π.χ. ανέγερση) ή πράγματος (π.χ. έκταση)