παρομοιαστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρομοιαστικός η παρομοιαστική το παρομοιαστικό
      γενική του παρομοιαστικού της παρομοιαστικής του παρομοιαστικού
    αιτιατική τον παρομοιαστικό την παρομοιαστική το παρομοιαστικό
     κλητική παρομοιαστικέ παρομοιαστική παρομοιαστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρομοιαστικοί οι παρομοιαστικές τα παρομοιαστικά
      γενική των παρομοιαστικών των παρομοιαστικών των παρομοιαστικών
    αιτιατική τους παρομοιαστικούς τις παρομοιαστικές τα παρομοιαστικά
     κλητική παρομοιαστικοί παρομοιαστικές παρομοιαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παρομοιαστικός < παρομοιάζω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσαιομοραπ

παρομοιαστικός

Πηγές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσαιομοραπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά