πατσαβουρόπιτα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
πατσαβουρόπιτα< πατσαβούρ(ι) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + πίταΚατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'πίτα' (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατιπορυοβασταπ
πατσαβουρόπιτα θηλυκό
- (γαστρονομία)Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά) πίτα στην οποία δεν απλώνουμε το φύλλο ίσια και ομοιόμορφα στο ταψί αλλά το ζαρώνουμε σαν να' ναι πατσαβούρι,ρίχνουμε από πάνω τη γέμιση και δεν την καλύπτουμε με άλλο φύλλο.
Μεταφράσεις
πατσαβουρόπιτα
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'πίτα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)