παττιχακέφαλος

Κυπριακά (el-cyp)

Ετυμολογία

παττιχακέφαλος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (κυπριακά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:ΚυπριακάΚατηγορία:Ουσιαστικά (κυπριακά)

παττιχακέφαλος αρσενικό

  1. καρπουζοκέφαλος, που έχει μεγάλο κεφάλι
  2. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (κυπριακά) κακοκέφαλος

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (κυπριακά) Κατηγορία:Κυπριακά Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (κυπριακά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (κυπριακά)