πειρακτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- πειρακτικός < πειράζω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκαριεπ
πειρακτικός, -ή, -ό
Άλλες μορφές
Συγγενικά
- πειρακτικά / πειραχτικά
- → δείτε τις λέξεις πειράζω και πείρα