πειστικότερος

Νέα ελληνικά (el)

χωρίς άρθρο, συγκριτικός βαθμός
με το άρθρο, σχετικός υπερθετικός βαθμός
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πειστικότερος η πειστικότερη το πειστικότερο
      γενική του πειστικότερου της πειστικότερης του πειστικότερου
    αιτιατική τον πειστικότερο την πειστικότερη το πειστικότερο
     κλητική πειστικότερε πειστικότερη πειστικότερο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πειστικότεροι οι πειστικότερες τα πειστικότερα
      γενική των πειστικότερων των πειστικότερων των πειστικότερων
    αιτιατική τους πειστικότερους τις πειστικότερες τα πειστικότερα
     κλητική πειστικότεροι πειστικότερες πειστικότερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα συγκριτικού βαθμού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πειστικότερος < πειστικ-ότεροςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότερος (νέα ελληνικά), συγκριτικός βαθμός του πειστικόςΚατηγορία:Επίθετα συγκριτικού βαθμού (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σορετοκιτσιεπ

πειστικότερος, -η, -ο

  • που είναι πιο πειστικός, που φαίνεται περισσότερο σαν αληθινός π.χ. για ένα ψέμα, που σε πείθει ευκολότερα
    σε μία πλασματική μα αληθοφανέστερη' πραγματικότητα
    Χρειάζονται πειστικότερα επιχειρήματα

Παράγωγα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σορετοκιτσιεπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα συγκριτικού βαθμού (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότερος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά