πενταροδεκάρες

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι πενταροδεκάρες
      γενική των πενταροδεκάρων
    αιτιατική τις πενταροδεκάρες
     κλητική πενταροδεκάρες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πενταροδεκάρες < πεντάρες + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + δεκάρες

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σερακεδορατνεπ

πενταροδεκάρες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (παρωχημένοΚατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά), σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)) πεντάρες και δεκάρες (ως σύνολο)
  2. (κατ’ επέκταση) ελάχιστο χρηματικό ποσό

Πηγές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σερακεδορατνεπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)