περιφραστικό ρήμα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | περιφραστικό ρήμα | τα | περιφραστικά ρήματα |
| γενική | του | περιφραστικού ρήματος | των | περιφραστικών ρημάτων |
| αιτιατική | το | περιφραστικό ρήμα | τα | περιφραστικά ρήματα |
| κλητική | περιφραστικό ρήμα | περιφραστικά ρήματα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- περιφραστικό ρήμα → δείτε τις λέξεις περιφραστικός και ρήμα
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμηροκιτσαρφιρεπ
περιφραστικό ρήμα ουδέτερο
- (γραμματική)Κατηγορία:Γραμματική (νέα ελληνικά) οποιοδήποτε ρηματικό σύνολο εκφέρεται με περισσότερες από μία λέξεις
(χρονική/γραμματική περιφραστικότητα) έχει πάει (επίσης διλεκτικό ρήμα), θα έχει διαβάσει (επίσης πολυλεκτικό ρήμα)
(λεξιλογική/σημασιολογική περιφραστικότητα) κάνω ζημιά, θα ρίξουν μια ματιά, είχαμε κάνει λάθος, την πατήσαμε, κάνε πίσω
Σημειώσεις
- Χρησιμοποιείται λανθασμένα για την απόδοση του αγγλικού phrasal verb, που όμως δεν ορίζεται για χρονική/γραμματική περιφραστικότητα. Τα phrasal verb λέγονται φραστικά ρήματα.
Υπώνυμα
Μεταφράσεις
περιφραστικό ρήμα