πετρελαιοβιομηχανία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πετρελαιοβιομηχανία οι πετρελαιοβιομηχανίες
      γενική της πετρελαιοβιομηχανίας των πετρελαιοβιομηχανιών
    αιτιατική την πετρελαιοβιομηχανία τις πετρελαιοβιομηχανίες
     κλητική πετρελαιοβιομηχανία πετρελαιοβιομηχανίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πετρελαιοβιομηχανία < πετρελαιο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πετρελαιο- (νέα ελληνικά) + βιομηχανίαΚατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομηχανία' (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιναχημοιβοιαλερτεπ

πετρελαιοβιομηχανία θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιναχημοιβοιαλερτεπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πετρελαιο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομηχανία' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)