πετρελαιοκινητήρ

Νέα ελληνικά (el)

καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)Κατηγορία:Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πετρελαιοκινητήρ οἱ πετρελαιοκινητῆρες
      γενική τοῦ πετρελαιοκινητῆρος τῶν πετρελαιοκινητήρων
      δοτική τῷ πετρελαιοκινητῆρι τοῖς πετρελαιοκινητῆρσι(ν)
    αιτιατική τὸν πετρελαιοκινητῆρα τοὺς πετρελαιοκινητῆρας
     κλητική ! πετρελαιοκινητήρ πετρελαιοκινητῆρες
3η κλίση, Κατηγορία 'κλητήρ' όπως «κλητήρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ΟυσιαστικόΚατηγορία:ΚαθαρεύουσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)

πετρελαιοκινητήρ, -ῆρος αρσενικό

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Καθαρεύουσα Κατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)