πεϊχαμπέρης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πεϊχαμπέρης οι πεϊχαμπέρηδες
      γενική του πεϊχαμπέρη των πεϊχαμπέρηδων
    αιτιατική τον πεϊχαμπέρη τους πεϊχαμπέρηδες
     κλητική πεϊχαμπέρη πεϊχαμπέρηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πεϊχαμπέρης < τουρκική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) peygamber < περσική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα περσικά (νέα ελληνικά) پیغمبر (paig̠ẖam-bar, προφήτης) < پیغم (paig̠ẖam, μήνυμα)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηρεπμαχιεπ

πεϊχαμπέρης αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηρεπμαχιεπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα περσικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)