πηκτικολογικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- πηκτικολογικός < τύπος *πηκτολογ(ία) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) με κατάληξη -λογικός → δείτε τη λέξη πηκτικότητα (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)Κατηγορία:Σελίδες για τεκμηρίωση
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοκιτκηπ
πηκτικολογικός, -ή, -ό
- σχετικός με την πηκτικότητα
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ. Γενικές αίματος, πηκτικολογικός έλεγχος, θρομβοφιλία, αιμολυτικός έλεγχος –ηλεκτροφορήσεις αιμοσφαιρίνης και ειδικές εξετάσεις μοριακής βιολογίας. (Ασημίνα Σαφαρίκα, Αντιμικροβιακή Θεραπεία λοιμώξεων σε βαρέως πάσχοντες, διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2015 )
Μεταφράσεις
πηκτικολογικός
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Σελίδες για τεκμηρίωση