πικροκυματούσα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πικροκυματούσα οι πικροκυματούσες
      γενική της πικροκυματούσας των πικροκυματούσων
    αιτιατική την πικροκυματούσα τις πικροκυματούσες
     κλητική πικροκυματούσα πικροκυματούσες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πικροκυματούσα < πικρός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κύμα + -ούσαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούσα (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ασυοταμυκορκιπ

πικροκυματούσα θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ασυοταμυκορκιπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)