πλαγιοτομία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλαγιοτομία οι πλαγιοτομίες
      γενική της πλαγιοτομίας των πλαγιοτομιών
    αιτιατική την πλαγιοτομία τις πλαγιοτομίες
     κλητική πλαγιοτομία πλαγιοτομίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πλαγιοτομία < πλαγιο(ς) + -τομίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τομία (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιμοτοιγαλπ

πλαγιοτομία θηλυκό

  • γεωδαισία ειδική περίπτωση εμπροσθοτομίας, όταν το ένα από τα δυο γνωστά σημεία είναι απρόσιτο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιμοτοιγαλπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)