πλεκτοβιομηχανία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλεκτοβιομηχανία οι πλεκτοβιομηχανίες
      γενική της πλεκτοβιομηχανίας των πλεκτοβιομηχανιών
    αιτιατική την πλεκτοβιομηχανία τις πλεκτοβιομηχανίες
     κλητική πλεκτοβιομηχανία πλεκτοβιομηχανίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πλεκτοβιομηχανία < πλεκτό + βιομηχανίαΚατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομηχανία' (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιναχημοιβοτκελπ

πλεκτοβιομηχανία θηλυκό

  • βιομηχανία κατασκευής πλεκτών υφασμάτων / ενδυμάτων

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιναχημοιβοτκελπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομηχανία' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)