πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο | τα | πλευρικά προσεγγιστικά σύμφωνα |
| γενική | του | πλευρικού προσεγγιστικού συμφώνου | των | πλευρικών προσεγγιστικών συμφώνων |
| αιτιατική | το | πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο | τα | πλευρικά προσεγγιστικά σύμφωνα |
| κλητική | πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο | πλευρικά προσεγγιστικά σύμφωνα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο < → δείτε τις λέξεις πλευρικός, προσεγγιστικός και σύμφωνο
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσοκιτσιγγεσορποκιρυελπ
πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο ουδέτερο
- (φωνητικήΚατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)) σύμφωνο που ταξινομείται ως πλευρικό και προσεγγιστικό ως προς τον τρόπο άρθρωσής του. Κατά την άρθρωσή του ο αέρας ρέει από τις πλευρές της γλώσσας, η γλώσσα εμποδίζει την δίοδο αέρα στο κέντρο της στοματικής κοιλότητας και οι αρθρωτές αλληλοπροσεγγίζονται χωρίς να δημιουργήσουν αναταραχή στην ροή του αέρα[1][2]
Σημειώσεις
στην κοινή νεοελληνική, πλευρικά προσεγγιστικά σύμφωνα είναι: (Παράρτημα:Προφορά/νέα ελληνικά#Σύμφωνα)
- το [l] (ηχηρό φατνιακό πλευρικό προσεγγιστικό) π.χ. μιλάω /miˈla.o/
- το [ʎ] (ηχηρό ουρανικό πλευρικό προσεγγιστικό) π.χ. ελιά /eˈʎa/
σε διαλέκτους, υπάρχει και
- το [ɫ] (ηχηρό υπερωικοποιημένο φατνιακό πλευρικό προσεγγιστικό) π.χ. μπάλα /ˈba.ɫa/ (στις βόρειες διαλέκτους)
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Είδη συμφώνων
| στην φωνητική |
|---|
| άηχο σύμφωνο • ανακεκαμμένο σύμφωνο • διχειλικό σύμφωνο • ένηχο σύμφωνο • ηχηρό σύμφωνο • κεντρικό σύμφωνο • κλειστό σύμφωνο • μη πνευμονικό σύμφωνο • μονοπαλλόμενο σύμφωνο • παλλόμενο σύμφωνο • πλευρικό σύμφωνο • πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο • πνευμονικό σύμφωνο • προσεγγιστικό σύμφωνο • πολυπαλλόμενο σύμφωνο • προστριβόμενο σύμφωνο • ρινικό/έρρινο σύμφωνο • στοματικό σύμφωνο • τριβόμενο σύμφωνο • υπερωικό σύμφωνο • φατνιακό σύμφωνο • φρακτικό σύμφωνο • χειλοδοντικό σύμφωνο |
| στην φωνητική και στην ελληνική γραμματική |
| διπλό σύμφωνο • οδοντικό σύμφωνο • ουρανικό σύμφωνο • υγρό σύμφωνο • χειλικό σύμφωνο |
| στην ελληνική γραμματική |
| άφωνο σύμφωνο, δασύ(πνοο) σύμφωνο, συριστικό σύμφωνο, ψιλό(πνοο) σύμφωνο |
| → δείτε και τον όρο ημίφωνο |
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο
Αναφορές
- ↑ πλευρικό προσεγγιστικό - Συγκριτική περιγραφή Αλβανικής - Ελληνικής: Κεφάλαιο 1 - Φωνητική
- ↑ πλευρικό σύμφωνο - Λεξικό γλωσσολογικών όρων - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2006‑08)
Πηγές
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)