πλινθοκεραμοποιός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γιατρός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- πλινθοκεραμοποιός < πλίνθος + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κέραμος + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοιοπομαρεκοθνιλπ
πλινθοκεραμοποιός αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) που εργάζεται σε πλινθοκεραμοποιείο, που ασχολείται με την πλινθοκεραμοποιία
Μεταφράσεις
πλινθοκεραμοποιός
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γιατρός' (νέα ελληνικά)