πολιτικοδικαστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολιτικοδικαστικός η πολιτικοδικαστική το πολιτικοδικαστικό
      γενική του πολιτικοδικαστικού της πολιτικοδικαστικής του πολιτικοδικαστικού
    αιτιατική τον πολιτικοδικαστικό την πολιτικοδικαστική το πολιτικοδικαστικό
     κλητική πολιτικοδικαστικέ πολιτικοδικαστική πολιτικοδικαστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολιτικοδικαστικοί οι πολιτικοδικαστικές τα πολιτικοδικαστικά
      γενική των πολιτικοδικαστικών των πολιτικοδικαστικών των πολιτικοδικαστικών
    αιτιατική τους πολιτικοδικαστικούς τις πολιτικοδικαστικές τα πολιτικοδικαστικά
     κλητική πολιτικοδικαστικοί πολιτικοδικαστικές πολιτικοδικαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πολιτικοδικαστικός < πολιτικ(ός) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + δικαστικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσακιδοκιτιλοπ

πολιτικοδικαστικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσακιδοκιτιλοπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)