πολιτικός μηχανικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η πολιτικός μηχανικός οι πολιτικοί μηχανικοί
      γενική του/της πολιτικού μηχανικού των πολιτικών μηχανικών
    αιτιατική τον/την πολιτικό μηχανικό τους/τις πολιτικούς μηχανικούς
     κλητική πολιτικέ μηχανικέ πολιτικοί μηχανικοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση πολυλεκτικών όρων κοινού γένους (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πολιτικός μηχανικός <  δείτε τις λέξεις πολιτικός και μηχανικός Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /po.li.tiˈkos mi.xa.niˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιναχημσοκιτιλοπ

πολιτικός μηχανικός αρσενικό ή θηλυκό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιναχημσοκιτιλοπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση πολυλεκτικών όρων κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)