πολυλεκτικό ρήμα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πολυλεκτικό ρήμα | τα | πολυλεκτικά ρήματα |
| γενική | του | πολυλεκτικού ρήματος | των | πολυλεκτικών ρημάτων |
| αιτιατική | το | πολυλεκτικό ρήμα | τα | πολυλεκτικά ρήματα |
| κλητική | πολυλεκτικό ρήμα | πολυλεκτικά ρήματα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- πολυλεκτικό ρήμα → δείτε τις λέξεις πολυλεκτικός και ρήμα
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμηροκιτκελυλοπ
πολυλεκτικό ρήμα ουδέτερο
- (γραμματική)Κατηγορία:Γραμματική (νέα ελληνικά) οποιοδήποτε ρηματικό σύνολο εκφέρεται με πολλές λέξεις
Υπερώνυμα
Μεταφράσεις
πολυλεκτικό ρήμα