πολυπαλλόμενο σύμφωνο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πολυπαλλόμενο σύμφωνο τα πολυπαλλόμενα σύμφωνα
      γενική του πολυπαλλομένου συμφώνου
πολυπαλλόμενου συμφώνου
των πολυπαλλομένων συμφώνων
πολυπαλλόμενων συμφώνων
    αιτιατική το πολυπαλλόμενο σύμφωνο τα πολυπαλλόμενα σύμφωνα
     κλητική πολυπαλλόμενο σύμφωνο πολυπαλλόμενα σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πολυπαλλόμενο σύμφωνο  δείτε τις λέξεις πολυπαλλόμενος και σύμφωνο, κατ᾿ αντιδιαστολή προς το μονοπαλλόμενο σύμφωνο

Προφορά

ΔΦΑ : /po.li.paˈlo.me.no ˈsiɱ.fo.no/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσονεμολλαπυλοπ

πολυπαλλόμενο σύμφωνο ουδέτερο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. πολυπαλλόμενο - Συγκριτική περιγραφή Αλβανικής - Ελληνικής: Κεφάλαιο 1 - Φωνητική
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ονωφμυσονεμολλαπυλοπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)