πολύγλωττος

Αρχαία ελληνικά (grc)

 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πολύγλωττος τὸ πολύγλωττον
      γενική τοῦ/τῆς πολυγλώττου τοῦ πολυγλώττου
      δοτική τῷ/τῇ πολυγλώττ τῷ πολυγλώττ
    αιτιατική τὸν/τὴν πολύγλωττον τὸ πολύγλωττον
     κλητική ! πολύγλωττε πολύγλωττον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πολύγλωττοι τὰ πολύγλωττ
      γενική τῶν πολυγλώττων τῶν πολυγλώττων
      δοτική τοῖς/ταῖς πολυγλώττοις τοῖς πολυγλώττοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς πολυγλώττους τὰ πολύγλωττ
     κλητική ! πολύγλωττοι πολύγλωττ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πολυγλώττω τὼ πολυγλώττω
      γεν-δοτ τοῖν πολυγλώττοιν τοῖν πολυγλώττοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

πολύγλωττος < πολύ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πολύ- (αρχαία ελληνικά) + -γλωττοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γλωττος (αρχαία ελληνικά).

Προφορά

ΔΦΑ : /po.lý.glɔːt.tos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά) (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πολύγλωττος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σοττωλγυλοπ

πολύγλωττος, -ος, -ον

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Αττική διάλεκτος Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γλωττος (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πολύ- (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)