πορνογραφική ταινία
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πορνογραφική ταινία | οι | πορνογραφικές ταινίες |
| γενική | της | πορνογραφικής ταινίας | των | πορνογραφικών ταινιών |
| αιτιατική | την | πορνογραφική ταινία | τις | πορνογραφικές ταινίες |
| κλητική | πορνογραφική ταινία | πορνογραφικές ταινίες | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- πορνογραφική ταινία → δείτε τις λέξεις πορνογραφική και ταινία
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αινιατηκιφαργονροπ
πορνογραφική ταινία θηλυκό
- ταινία με πορνογραφικό περιεχόμενο
- ≈ συνώνυμα: πορνοταινία, τσόντα (προφορικό), πορνό
Μεταφράσεις
πορνογραφική ταινία
|
→ δείτε τη λέξη πορνοταινία |