πορνοπεριοδικό

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πορνοπεριοδικό τα πορνοπεριοδικά
      γενική του πορνοπεριοδικού των πορνοπεριοδικών
    αιτιατική το πορνοπεριοδικό τα πορνοπεριοδικά
     κλητική πορνοπεριοδικό πορνοπεριοδικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πορνοπεριοδικό < πορνό + περιοδικό

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιδοιρεπονροπ

πορνοπεριοδικό ουδέτερο

  • περιοδικό με πορνό περιεχόμενο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οκιδοιρεπονροπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)