ποτέ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ποτέ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ποτέ (αοριστολογικό επίρρημα «κάποτε»)[1][2].
Προφορά
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ετοπ
ποτέ (χρονικό επίρρημα)Κατηγορία:Χρονικά επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- (κυρίως χωρίς άρνηση) κάποια φορά, σε κάποιο χρονικό διάστημα
- (σε ερώτηση)
Θα έρθεις ποτέ να μας δεις;- (σε προτροπή)
Παρακαλώ να μου πείτε, όσοι τον έχετε δει ποτέ να το κάνει αυτό.- ≈ συνώνυμα: κάποτε, καμιά φορά
- (με άρνηση) καμία φορά, σε κανένα χρονικό διάστημα
Άλλες μορφές
Εκφράσεις
Παροιμίες
Σύνθετα
Μεταφράσεις
κάποια φορά, κάποτε
Μεταφράσεις
καμία φορά
Αναφορές
- ↑ ποτέ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ποτέ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χρονικά επιρρήματα (νέα ελληνικά)