πραξικοπηματικώς

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

πραξικοπηματικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) πραξικοπηματικῶς (μαρτυρείται από το 1898) [1] Συγχρονικά αναλύεται σε πραξικοπηματικ(ός) + -ώςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά).

ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωκιταμηποκιξαρπ

πραξικοπηματικώς

Αναφορές

  1. πραξικοπηματικώς, σελ.836, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)