πριγκιποπούλα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πριγκιποπούλα | οι | πριγκιποπούλες |
| γενική | της | πριγκιποπούλας | — | |
| αιτιατική | την | πριγκιποπούλα | τις | πριγκιποπούλες |
| κλητική | πριγκιποπούλα | πριγκιποπούλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- πριγκιποπούλα < πρίγκιπ(ας) + -οπούλαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -οπούλα (νέα ελληνικά) / πριγκιπόπουλ(ο) + -α
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αλυοποπικγιρπ
πριγκιποπούλα θηλυκό (αρσενικό πριγκιπόπουλο)
Μεταφράσεις
πριγκιποπούλα
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -οπούλα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)