προβατοκάμηλος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προβατοκάμηλος οι προβατοκάμηλοι (προβατοκάμηλες)
      γενική της προβατοκαμήλου των προβατοκαμήλων
    αιτιατική την προβατοκάμηλο τις προβατοκαμήλους (προβατοκάμηλες)
     κλητική προβατοκάμηλε (προβατοκάμηλο) προβατοκάμηλοι (προβατοκάμηλες)
Κατηγορία όπως «διάμετρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'διάμετρος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προβατοκάμηλος < πρόβατο + -ο- + κάμηλος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σολημακοταβορπ

προβατοκάμηλος θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σολημακοταβορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Θηλαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'διάμετρος' (νέα ελληνικά)