προβοκατόρικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προβοκατόρικος η προβοκατόρικη το προβοκατόρικο
      γενική του προβοκατόρικου της προβοκατόρικης του προβοκατόρικου
    αιτιατική τον προβοκατόρικο την προβοκατόρικη το προβοκατόρικο
     κλητική προβοκατόρικε προβοκατόρικη προβοκατόρικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προβοκατόρικοι οι προβοκατόρικες τα προβοκατόρικα
      γενική των προβοκατόρικων των προβοκατόρικων των προβοκατόρικων
    αιτιατική τους προβοκατόρικους τις προβοκατόρικες τα προβοκατόρικα
     κλητική προβοκατόρικοι προβοκατόρικες προβοκατόρικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προβοκατόρικος < προβοκάτορας + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιροτακοβορπ

προβοκατόρικος

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιροτακοβορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά