προειδοποιητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προειδοποιητικός η προειδοποιητική το προειδοποιητικό
      γενική του προειδοποιητικού της προειδοποιητικής του προειδοποιητικού
    αιτιατική τον προειδοποιητικό την προειδοποιητική το προειδοποιητικό
     κλητική προειδοποιητικέ προειδοποιητική προειδοποιητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προειδοποιητικοί οι προειδοποιητικές τα προειδοποιητικά
      γενική των προειδοποιητικών των προειδοποιητικών των προειδοποιητικών
    αιτιατική τους προειδοποιητικούς τις προειδοποιητικές τα προειδοποιητικά
     κλητική προειδοποιητικοί προειδοποιητικές προειδοποιητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προειδοποιητικός < προειδοποιώ + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηιοποδιεορπ

προειδοποιητικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά