προκαλυπτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προκαλυπτικός η προκαλυπτική το προκαλυπτικό
      γενική του προκαλυπτικού της προκαλυπτικής του προκαλυπτικού
    αιτιατική τον προκαλυπτικό την προκαλυπτική το προκαλυπτικό
     κλητική προκαλυπτικέ προκαλυπτική προκαλυπτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προκαλυπτικοί οι προκαλυπτικές τα προκαλυπτικά
      γενική των προκαλυπτικών των προκαλυπτικών των προκαλυπτικών
    αιτιατική τους προκαλυπτικούς τις προκαλυπτικές τα προκαλυπτικά
     κλητική προκαλυπτικοί προκαλυπτικές προκαλυπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προκαλυπτικός < προκαλύπτω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτπυλακορπ

προκαλυπτικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτπυλακορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά