προληπτική ανάπτυξη
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | προληπτική ανάπτυξη | ||
| γενική | της | προληπτικής ανάπτυξης | ||
| αιτιατική | την | προληπτική ανάπτυξη | ||
| κλητική | προληπτική ανάπτυξη | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- προληπτική ανάπτυξη → δείτε προληπτικός (στην σημασία: προκαταβολικός) και ανάπτυξη (όρος γραμματικής)
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηξυτπαναηκιτπηλορπ
προληπτική ανάπτυξη θηλυκό
- (γλωσσολογία)Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) μεταβολή όπου ένας νέος φθόγγος αναπτύσσεται πριν από άλλον
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
προληπτική ανάπτυξη
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)