προληπτική αφομοίωση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η προληπτική αφομοίωση
      γενική της προληπτικής αφομοίωσης
    αιτιατική την προληπτική αφομοίωση
     κλητική προληπτική αφομοίωση
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προληπτική αφομοίωση  δείτε προληπτικός (στην σημασία: προκαταβολικός) και αφομοίωση (όρος γραμματικής)

Προφορά

ΔΦΑ : /pɾo.li.ptiˈci a.foˈmi.o.si/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωιομοφαηκιτπηλορπ

προληπτική αφομοίωση θηλυκό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησωιομοφαηκιτπηλορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)