προληπτική αφομοίωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | προληπτική αφομοίωση | ||
| γενική | της | προληπτικής αφομοίωσης | ||
| αιτιατική | την | προληπτική αφομοίωση | ||
| κλητική | προληπτική αφομοίωση | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- προληπτική αφομοίωση → δείτε προληπτικός (στην σημασία: προκαταβολικός) και αφομοίωση (όρος γραμματικής)
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωιομοφαηκιτπηλορπ
προληπτική αφομοίωση θηλυκό
- (γλωσσολογία)Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) μεταβολή όπου ένας φθόγγος αφομοιώνει έναν προηγούμενο
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
προληπτική αφομοίωση
|
→ δείτε υποχωρητική αφομοίωση |
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)